Το διαχρονικό τίμημα PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Administrator   
Δευτέρα, 20 Δεκέμβριος 2010 14:21

Το τίμημα της μεγάλης αναρχοαυτόνομης παρασιτικής πόλης με τα φθηνά αυτοκίνητα που δεν έχουν χώρο να τσουλήσουν. Με τα πολλά πτυχία που δεν αναγνωρίζονται και που δεν πληρώνονται. Με τις πολλές καφετζούδες, με τις πολλές ροζ κοπέλες που πουλάνε στιγμές ανακούφισης και προσωρινής λησμοσύνης των δυσκολιών, προβλημάτων, ερωτημάτων, αναγκών εξέλιξης, που ορθώνει ο εαυτός μας αμείλικτα,…

 

Ένας χορός παράδοξος, σαν μία πίστα που όλοι μαζί χορεύουν αυτόν το μοναχικό χορό, το ζεϊμπέκικο. Στιγμές…

Κι άλλες στιγμές, χορεύουν ένας, δυο τους άλλοτε κυκλωτικούς χορούς, τους πιασμένους απ’ το χέρι σε συλλογική ευτυχία.

Σκουντουφλάμε στα ζεϊμπέκικα -όχι μόνοι μας κι εδώ όπως τους πρέπει- ξεχασμένη από καιρό η πίστα με τον καθένα χωριστά να ‘χει έναν ζωτικό χώρο, να κάνει τις φιγούρες του, να διηθεί στον μετα-εαυτό του μοναχικά, απλωτά, αυτοσχεδιαστικά, με ίσως μια γέφυρα τον φίλο τον δικό να του χτυπάει σε μία άκρη παλαμάκια γονατιστός.

Σκουντουφλάμε όλοι μαζί, «κουλουβάχατοι», σ’ ένα μοναχικό ζεϊμπέκικο, χωρίς ζωτικό χώρο.

Κι όταν χρειάζεται να δώσουμε τα χέρια για να χορέψουμε τον κυκλωτικό χορό, δεν τα δίνουμε. Χτυπάμε παλαμάκια μεταξύ μας, το ένα χέρι με το άλλο. Κι η πίστα μένει άδεια.

Η πίστα που λέγεται Αθήνα, γειτονιά, συγγενολόι, Ελλάδα! Μένει άδεια.

Ποιον να πιάσεις απ’ το χέρι; Αυτόν που υπόσχεται και δε σε πείθει; Αυτόν που κάθεται δίπλα σου και δεν τον έχεις ξαναδεί ποτέ; Στη μεγάλη δυσκίνητη πόλη ο κατάδικός σου άνθρωπος βρίσκεται ώρες μακριά σε απόσταση δύο και πέντε χιλιομέτρων.

Ώρες ατέλειωτης αναμονής σ’ ένα συντρόφιασμα αναγκαστικό, βιαστικό, πνιγηρό, ασφυκτικό, μοναχικό.

Ο ένας πίσω από τον άλλον, ο ένας δίπλα στον άλλον μέσα στην Εθνική.

Εθνική! Τι ειρωνεία!

Τι χέρι να πιάσουμε; Τι συντρόφιασμα να νιώσουμε; Τι ανακούφιση να πάρουμε από αυτή τη συμμετοχή στη βραδυπορία και στην ανάλωση της ζωής μας;

Εκεί με το καντράν στο μηδέν, ούτε καν στο πέντε, σερνόμαστε κουβαλώντας τα αυτοκίνητα, τα φτιαγμένα για να μας κουβαλάνε, όπως κάθε τέσσερα χρόνια κουβαλάμε στην πλάτη μας τις επιλογές και τις κατευθύνσεις αυτών που κατά τα άλλα μας καλούν να τους ψηφίσουμε για να μας υπηρετήσουν…

Στην πλάτη τα αυτοκίνητα, στην πλάτη τους πολιτικούς, στην πλάτη τα χρέη της Ελλάδας, γονατισμένοι, αισιόδοξοι, κατηφείς και γλεντζέδες, πορευόμαστε.

Όσο μπορούμε και με όσο και με όποια ταχύτητα μας επιτρέπεται. Από τα πρόσωπα και τα απρόσωπα. Της αγκαλιάς που λέγεται Ελλάδα.

 

Μαρία Πυρουνάκη – Λιωνή, Μάρτιος 2004