Πυρουνάκη – Λιωνή, Μ. (2009). Συστημική ψυχολογική συμβουλευτική σε φοιτήτριες: Αναπλαισιώσεις και επαναπροσδιορισμοί. Στο Μπαφίτη, Τσ. & Καλαρρύτης, Γ. Συστημική προσέγγιση. Θεωρήσεις και εφαρμογές. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

 Αποσπάσματα

“……Ένα σχετικά κοινό μήνυμα – κοινός παρονομαστής που αποδικωποιείται στη πρώτη ή δεύτερη συνάντηση είναι το ακόλουθο: «Τελειώνω το Πανεπιστήμιο κάνοντας αυτό που θέλουν οι γονείς μου και που και εγώ ήθελα. Τώρα, όμως, για να κάνω και αυτά που εγώ θέλω πρέπει να φύγω. Και τώρα φοβάμαι μήπως προδώσω, μήπως χάσω αγάπη. Πώς θα προχωρήσω όταν έχω μάθει να θυσιάζομαι; Πώς μπορώ να είμαι ανάλαφρη και να σπάω τα μοντέλα τα παλιά της γονικής οικογένειας, αφού τα ανακυκλώνω στις φιλίες μου, στις σχέσεις μου με το άλλο φύλο και μαζί δεν καταλαβαίνω πώς;»”.…… (σ. 205).

 

“….. Κατ’ αρχήν διευκρινίζεται στη συμβουλευόμενη ότι οι απόλυτες γραμμικές και συνήθως έξωθεν προερχόμενες και οριζόμενες εκφράσεις «πρέπει – δεν πρέπει», «σωστό – λάθος», «φταίει – δεν φταίει» αποφεύγονται στην «γλώσσα» της συμβουλευτικής και ότι χρησιμοποιούνται εκφράσεις όπως «τί είναι καλό για μένα; Τί προκαλεί ψυχολογική φθορά; Τί προωθεί την ψυχολογική μου συγκρότηση; Ποιές είναι οι δικές μου ευθύνες; Ποιές είναι οι ευθύνες των άλλων;».

Με αυτόν τον τρόπο ορίζεται το πλαίσιο της επικοινωνίας συμβούλου – συμβουλευόμενης ως ενέχον πρώτον κυκλική αιτιότητα, δεύτερον τη σχετικότητα του «εξαρτάται» από την συγκεκριμένη μοναδικότητα της συμβουλευόμενης.

Η ανακούφιση είναι το συνηθέστερο συναίσθημα της συμβουλευόμενης μετά από αυτές τις διευκρινήσεις.”……. (σ. 207)

 

“……Έτσι βαθμηδόν διαμορφώνεταιμίασυνειδητή στάση και ένας τρόπος διαχείρισης των θεμάτων που εκάστοτε την απασχολούν βάση ενός ειρμού: παρατηρώ ® δοκιμάζω ® έχω επαφή με το πώς αισθάνομαι ® παρατηρώ την εξέλιξη μου ® επαναπροσδιορίζω τη στάση μου μέσα από την αποδοχή είτε της διαφορετικότητας, είτε της αστάθειας λόγω της συνεχούς αλλαγής, είτε βάσει των συνεχών επαναπροσδιορισμών των δικών μου και των άλλων. Έτσι η ευθύνη και η αίσθηση του ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα και το ότι είμαι έρμαιο μετατοπίζεται στο «τί εγώ μπορώ να κάνω».”…… (σ. 211).