Πυρουνάκη – Λιωνή, Μ. (2006). «Πάρτε μου το στέμμα». Ο πονοκέφαλος των οικογενειακών εντολών και η αναζήτηση ταυτότητας. Στο Κατάκη, Χ. & Ανδρουτσοπούλου, Α. Με χάρτη και πυξίδα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

 Αποσπάσματα

“….. Οι δύο μαυροφορεμένες γυναίκες κάθισαν στον καναπέ της αναμονής. Η μάνα, μικροσκοπική, σβέλτη, με χαρακτηριστικά τραβηγμένα από πόνο, από κλάμα, από στενοχώρια. Η κόρη μία ακαθόριστη, μαγκωμένη και κατσουφιασμένη παρουσία. Σπαθάτη και μαζί κυρτωμένη, νέα και μαζί βαριά, κουρασμένη, φοβισμένη, ξεθωριασμένη και ταραγμένη.

Η Βερονίκη ήταν εκεί με σκοτεινό και καχύπτοτο βλέμμα, ανήμπορη και πονεμένη στην ψυχή μα και στο κεφάλι, με πόνους που η έντασή τους την έφερνε σε απόγνωση και απελπισία. Εκτός από τους έντονους πονοκεφάλους και τις ζαλάδες, φοβόταν πολύ να βγει από το σπίτι της. Αυτή η ακαμψία στην κίνηση και στη ζωή τής έφεραν την απελπισία που συχνά χρειάζεται για να χτυπήσει κάποιος την πόρτα της ψυχοθεραπείας. Ήξερε ότι δεν ήταν καλά και ήθελε να γίνει καλά. Ήθελε να μπορεί να ζει και να κινείται φυσιολογικά όπως οι άλλοι γύρω της. Να μη χρειάζεται τη συνοδεία κάποιου για να βγει από το σπίτι της. Ήθελε να σταματήσουν οι πονοκέφαλοι και οι ζαλάδες. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι της συνέβαινε, παρόλο που είχε επισκεφθεί γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων για αυτά της τα συμπτώματα. Ο κάθε γιατρός ανάλογα και με την ειδικότητά του έδινε φάρμακα ή και συμβουλές. Τίποτα δεν είχε βοηθήσει ουσιαστικά. Η επίσκεψη σε ψυχολόγο ήταν η τελευταία της ελπίδα και έγινε με παρότρυνση μίας φίλης της (βλ. Campbell, 2003; Κατάκη, 2003).”…..  (σ. 79)

 

“….. Όταν έφτασε δέκα χρονών, ο πατέρας την κάλεσε κοντά του και της είπε συγκινημένος: «Κοριτσάκι μου, όταν χαμογελάς, είμαι πολύ ευτυχισμένος. Από πολύ μικρή, μωρό ακόμα, σε συμβουλεύω να μην κλαις, να ‘σαι πάντα γελαστή και χαρούμενη. Άμα πεθάνω, δε θέλω να κλάψεις, ούτε μέχρι τότε, ούτε μετά, ούτε ποτέ!».

Έτσι γλυκιά, πρόσχαρη κι εξυπηρετική μεγάλωνε η Βερονίκη, η μικρή πριγκίπισσα με το μαγικό ραβδί της ευτυχίας για όλους τους αγαπημένους της. Μαζί μ’ εκείνη μεγάλωνε και το κόστος να ‘ναι πριγκίπισσα, μα δεν το καταλάβαινε. Μάζευε στάλα- στάλα τα κλάματα, τις λύπες, τις στεναχώριες, τις ανησυχίες, την ένταση, τους θυμούς από όλους. Έσκυβε χαμογελαστή κι όλα αυτά στο χέρι της γίνονταν μαργαριτάρια, ρουμπίνια, σμαράγδια, διαμάντια. Τα περνούσε σιωπηλά σε μια κλωστή και στόλιζε μ’ αυτά το στέμμα της. Κι αυτό βάραινε. Μα εκείνη δε το ‘νιωθε. Μόνο καμάρωνε και την καμάρωναν.»”…..(σ. 83)